τοσοῦτος

τοσοῦτος
3 столь великий
- τοσοῦτοι

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "τοσοῦτος" в других словарях:

  • τοσοῦτος — so large masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοσούτος — τοσαύτη, τοσοῡτο(ν), ΜΑ, και επικ. τ. τοσσοῡτος και αιολ. τ. τεσσοῡτος, Α (δεικτ. αντων.) 1. τόσος, τόσο μεγάλος, τόσο πολύς («χρόνον τοσοῡτον, εἰς ὅσον, Σοφ.) 2. (η αιτ. εν. ή πληθ. τού ουδ. ως επίρρ.) τοσοῡτο(ν), τοσοῡτο. τόσο πολύ ή τόσο… …   Dictionary of Greek

  • τοσούτω — τοσοῦτος so large neut nom/voc/acc dual τοσοῦτος so large masc nom/voc/acc dual τοσοῦτος so large neut gen sg (doric aeolic) τοσοῦτος so large masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοσούτοις — τοσοῦτος so large neut dat pl τοσοῦτος so large masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοσούτου — τοσοῦτος so large neut gen sg τοσοῦτος so large masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοσούτων — τοσοῦτος so large neut gen pl τοσοῦτος so large masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοσούτῳ — τοσοῦτος so large neut dat sg τοσοῦτος so large masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοσαυτασί — τοσοῦτος so large fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοσαῦτα — τοσοῦτος so large neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοσαῦται — τοσοῦτος so large fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοσαύταις — τοσοῦτος so large fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»